σεισμός

ὁ σεισμός землетрясение (ср. сейсмология)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σεισμός" в других словарях:

  • σεισμός — shaking masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμός — Κατάσταση σφοδρής και ταχύτατης δόνησης μεγάλων ή μικρών τμημάτων του φλοιού της Γης, που προέρχεται από ενδογενή αίτια. Όταν σε μια ζώνη του εσωτερικού της Γης συμβεί μια απρόβλεπτη διατάραξη της ισοστατικής ισορροπίας των μαζών, με σύγχρονη… …   Dictionary of Greek

  • σεισμός — ο 1. δόνηση της γης: Ηφαιστειογενής σεισμός. – Επίκεντρο του σεισμού. 2. σείσιμο, κούνημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεισμός — [сизмос] ουσ. а. землетрясение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σεισμοῖο — σεισμός shaking masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοῖς — σεισμός shaking masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοῖσι — σεισμός shaking masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοῖσιν — σεισμός shaking masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοί — σεισμός shaking masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοῦ — σεισμός shaking masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμούς — σεισμός shaking masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.